Ο αξεπέραστος μάγος της μπάλας Βασίλης Χατζηπαναγής !

 Ο αξεπέραστος μάγος της μπάλας
Βασίλης Χατζηπαναγής !

Για πάρα πολλούς αθλητικογράφους θεωρείται ο καλύτερος Έλληνας ποδοσφαιριστής του 20-ου αιώνα, ενώ για την ασύλληπτη τεχνική του κατάρτιση που έκανε αντιπάλους και  συμπαίχτες του στην κυριολεξία να παραμιλούν, αποκλήθηκε ο «Έλληνας Μαραντόνα» ή και ο Νουρέγιεφ της μπάλας, από τον κορυφαίο χορευτή του κόσμου Ρούντολφ Νουρέ-γιεφ. Οι αθλητικογράφοι της δεκαετίας του ’90, έλεγαν χαρακτηριστικά για τον απαράμιλλο μάγο της μπάλας Βασίλη Χατζηπαναγή και τις ενορατικές του τεχνικές συλλήψεις στο παιχνίδι, πως «έκανε ντρίπλες σε τηλεφωνικό θάλαμο» ! Και σε επίρρωση όλων αυτών  το 2003 ο λατρεμένος μας «Βάσια», μεσοεπιθετικός του Ηρακλέους Θεσσαλονίκης, ψηφίστηκε από την ΕΠΟ και εξ΄ αφορμής των 50 ετών από την δημιουργία της UEFA, ως καλύτερος Έλληνας ποδοσφαιριστής της τελευταίας πενητοκονταετίας (1954-2003). Ενώ η IFFHS (Η Διεθνής Ομοσπονδία Ιστορίας και Στατιστικής του Ποδοσφαίρου)  τον επέλεξε στην καλύτερη 11άδα όλων των εποχών του ελληνικού ποδοσφαίρου τον Οκτώβριο του 2021. Χωρίς να απολησμονήσουμε σε μια ακόμα έκφραση της αξεπέρα-στης τεχνικής του κατάρτισης, πως υπήρξε ο τρίτος στην κατάταξη του παγκοσμίου ποδοσφαίρου, των σκόρερ με απευθείας από κόρνερ γκόλ, με 12 γκόλ ! Αδυνατούν αληθινά τα λόγια να αποτυπώσουν το ποδοσφαιρικό μεγα-λείο, την έξοχη αισθητική – φινέτσα και την θεϊκή τεχνική κατάρτιση του μοναδικού Βασίλη Χαζηπαναγή, που στην κυριολεξία λάμπρυνε για 2 περίπου δεκαετίες τα γήπεδά μας.


Αλλά ας δούμε από την αρχή τη ζωή και την αριστουργηματική παρουσία του Βασίλη Χατζηπαναγή στο ελληνικό ποδόσφαιρο.  Ο Έλληνας Μαραντόνα είδε το φως της ζωής την Τασκέ-νδη της τότε Σοβιετικής Ένωσης – σημερινό Ουζμπεκιστάν, στις 26 Οκτωβρίου 1954. Ο πατέρας του ήταν Ελληνοκύπριος από την Άχνα Αμμοχώστου και η μητέρα του από την Κωνσταντινούπολη. Και μετά τις βασικές γυμνασιακές του σπουδές, ξεκίνησε το ποδόσφαιρο σε  ηλικία 17 ετών, από την Ντιναμό Τασκένδης. Το 1972 κατευθύνθηκε στην Παχτακόρ Τασκένδης, στην οποία αγωνίστηκε έως το 1975, οπότε και ήλθε στην Ελλάδα, στην Ηρακλή Θεσσαλονίκης, στον οποίο αγωνίστηκε ως και τη λήξη της ποδοσφαιρικής του καριέρας. Εμβόλιμα είχε κάνει μια συναρπαστική εμφάνιση απέναντι στην Κυπελλούχο Ευρώπης το 1975 Ντιναμό Κιέβου, με το ιστορικό 5-0, γεγονός που εξώθησε το γαλλικό περιοδικό France football, να κάνει ειδικό αφιέρωμα στο παιχνίδι και να καταγράψει την εκτίμηση όλων στην Σοβιετική Ένωση, ότι ο Χατζηπαναγής θεωρείτο ο δεύτερος καλύτερος επιθετικός μετά τον Όλεγκ Μπλαχίν. 


Η τεράστια για την ηλικία του φήμη του Βασίλη Χατζηπαναγή, δεν μπορούσε παρά να επισύρει το ενδιαφέρον των ελληνικών ομάδων για να τον αποκτήσουν. Με πρώτο τον Ολυμπιακό Πειραιώς, που είχε αποστείλει επίσημο έγγραφο στην Σοβιετική ποδοσφαι-ρική ομοσπονδία, αλλά και εκπρόσωπό του στην Παχτακόρ, ζητώντας τον Έλληνα γίγαντα του ποδοσφαίρου, έναντι του μεγάλου ποσού για την εποχή των 10.000.000 δραχμών.  Ο Ηρακλής Θεσσαλονίκης, όπως με

παρασκη-νιακούς τρόπους και εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι στην Θεσσαλονίκη ζούσαν η γιαγιά και οι δυο θείες του παίκτη, κατόρθωσε τελικά να τον αποκτήσει και βεβαίως, να αλλάξει με αυτό το ποδοσφαιρικό υπερόπλο πλέον, την μοίρα του ! Και στις 22 Νοεμβρίου του 1975 1.000 οπαδοί του «Γηραιού» είχαν κατακλύσει τον σταθμό των τραίνων, για να υποδεχθούν το ίνδαλμά τους. Πρόβα τζενεράλε με τον Ηρακλή έκανε στις 7 Δεκεμβρίου 1975 στο Δημοτικό Στάδιο Βεροίας, όπου οι Ηρακλειδείς ενώπιον 3.000 φιλάθλων που τους είχαν ακολουθήσει για να δούν το φοβερό απόκτημα της ομάδος τους, παραχώρησαν ισοπαλία 1-1 με τον Ατρόμητο Αθηνών. Στην πρεμιέρα του ο Βάσια είχε δώσει το πρώτο του ρεσιτάλ σε ελληνικό γήπεδο, αλλά και μια δυνατή πρόγευση του τι θα επακολουθούσε. Έκτοτε θα γράψει με τις απαράμιλ-λες τεχνικές του ικανότητες, τις χρυσές σελίδες του στον Ηρακλή και το ελληνικό ποδόσφαιρο. 


Στην σπουδαία συμβολή του Βασίλη Χατζηπαναγή στον Ηρακλή, συγκαταλέγεται και η συνδρομή του, στην κατάκτηση του Κυπέλλου Ελλάδος το 1976,  αφενός σε όλη του την πορεία έως τα τελικά, αφετέρου στον τελικό, στο στάδιο της Νέας Φιλαδελφείας, με αντίπα-λο τον Ολυμπιακό Πειραιώς και ενώ ο Ηρακλής στα ημιτελικά είχε αποκλείσει τον κραταιό Παναθηναϊκό.  Στον φοβερό εκείνο τελικό που σπάζοντας στην κυριολεξία καρδιές είχε έλθει στην παράταση 4-4 ! και στα πέναλτι 7-6, ο έξοχος Βάσια είχε κάνει θαύματα, κάνοντας όλη την Ελλάδα, να μιλάει ατελείωτα, για την «ολύμπια» παρουσία του. Ήδη στο 25΄του αγώνα, με ένα σλάλομ που είχε αδειάσει όλη την άμυνα του Ολυμπιακού έγραψες το 1-0. Στο 61΄ οι Πειραιώτες είχαν κατορθώσει και με την είσοδο στο παιχνίδι του Τάκη Συνετόπουλου – σε αντικατάσταση του Μιχάλη Κρητικόπουλου- να ισοφαρίσουν το σκόρ με γκόλ του Βασίλη

Σιώκου. Στο 72 και πάλι αποδεκατισμός της άμυνας από τον Χατζηπαναγή και με απρόσμενο σούτ του Βαγγέλη Κουσουλάκη το 2-1, για να ισοφαρίσει στο 82΄ο φοβερός Μίλτον Βιέρα, μετά από εξαιρετική συνεργασία με τον Μάικ Γαλάκο. Στο 101΄ο μαγικός Χατζηπαναγής ξαναχτύπησε κάνοντας το 3-2 και στο 110΄ο Δημήτρης Γκέσιος πιάνοντας στον ύπνο την άμυνα του Ολυμπιακού το 4-2. Όλοι εκτιμούσαν ότι το παιχνίδι είχε λήξει. Ωστόσο οι ερυθρόλευκοι με γρανιτένια θέληση και ακατάβλητο πείσμα στο 113΄με τον Πέτρο Καραβίτη και στο 118 με τον Λάκη Γκλέζο, έκαναν το 4-4 ραγίζοντας – παίζοντας μάλιστα με 10 παίχτες,  λόγω της αποβολής του Κώστα Δαβουρλή, για την διαμαρτυρία του στο 4-ο γκόλ του Ηρακλή-  τις καρδιές όλων των φιλάθλων μέσα στη Νέα Φιλαδέλφεια. Τελικά στα πέναλτι ο Ηρακλής πανηγύρισε την κατάκτηση του Κυπέλλου Ελλάδος.


Επίσης την περίοδο 1983-84 ο Ηρακλής προσέγγισε πολύ την κατάκτηση του πρωταθλήματος, αλλά στο κρίσιμο παιχνίδι με τον τελικά πρωταθλητή Παναθηναϊκό, ήλθε ισόπαλος με 2-2- και τελικά κατετάγη τρίτος με 42 βαθμούς, έναντι 46 του ΠΑΟ και 43 του Ολυμπιακού.  Σημειώνοντας ακόμα την μεγάλη προσφορά του Βάσια στον Ηρακλή, στην κατάκτηση του Βαλκανικού Κυπέλλου το 1984-85, όπου και ο Ηρακλής κυριάρχησε και στους δυο τελικούς με την Άρτζες Πιτέστι με 1-3 και 4-1.  Ενδεικτικό της συνδρομής του ήταν ότι σημείωσε γκόλ σε όλους τους γύρους του Κυπέλλου, στο 5-1 επι της Γαλατά Σαράι, στο 1-0 του ημιτελικού επί της Ανκαραγκιο-υτζού, καθώς και στο δεύτερο τελικό στην Θεσσαλονίκη, όπου σκόραρε με πέναλτι το τρίτο γκολ του Ηρακλή. 

Στην μακρά και πολυεδρική ποδοσφαιρική καριέρα του μεγάλου στυλίστα του Ηρακλή Βασίλη Χατζηπαναγή, δυο σκηνές εκτιμούμε ότι είναι από τις πλέον χαρακτηριστικές, που έχουν καταγραφεί στο πάνθεον

της ποδοσφαιρικής μας ιστορίας και τις οποίες παραθέτου-με.  Αφενός μεν η πρώτη αφορά, με την τριπλή ντρίμπλα του Χατζηπαναγή στον Τάκη Καραγ-κιοζόπουλο, στο παιχνίδι του Ηρακλή εναντίον της ΑΕΚ στο στάδιο της Νέας Φιλαδελφείας, που άφησε ενεούς  όλους τους φιλάθλους του σταδίου. Αφετέρου δε στο παιχνίδι του Γηραιού με τον Παναθηναϊκό στις 30 Δεκεμβρίου του 1979 στο Καυτατζόγλειο στάδιο στην Θεσσαλονίκη, όπου ο Παναθη-ναϊκός διεκδικώντας τον τίτλο στο πρώτο επαγγελματικό πρωτάθλημα, υπέστη συντριπτική ήττα στην ιστορία του από τον Ηρακλή με 6-0. Ο Βάσια είχε ανοίξει το σκόρ στο 20-ο λεπτό, για να επακολουθήσουν άλλα 5 γκόλ  εναντίων των πρασίνων. 


Κύκνειο άσμα για τον Νουρέγιεφ του ποδοσφαίρου μας με τον αγαπημένο του Ηρακλή ήταν στις 26 Οκτωβρίου 1990, ημερομηνία εξάλλου των 36-ων γενεθλίων του στον αγώνα για το Κύπελλο Ουέφα με την Βαλένθια, που αποτέλεσε μοίρα τραγική και την μοναδική  ευρω-παϊκή συμμετοχή του έξοχου βιρτουόζου της μπάλας μας. Και τούτο διότι παρότι σπουδαίες ευρωπαϊκές ομάδες όπως η ‘Αρσεναλ, η Στουτγγάρδη, η Λάτσιο και άλλες είχαν ζητήσει τον μεγάλο μας μπαλαδόρο, το μακρόχρονο και άκαμπτο νομικά συμβόλαιό του με τον Ηρακλή, του αποστέρησε την δυνατότητα να μεταγραφεί στο εξωτερικό, την οποία ένεκα του μοναδι-κού ταλέντου του εδικαιούτο. Συνολικά ο Χατζηπαναγής έπαιξε 281 παιχνίδια στα 15 χρόνια, που φόρεσε την φανέλα του Ηρακλή και έβαλε 64 γκόλ.


Σε ότι αφορά την συμμετοχή του στην Εθνική μας ομάδα ποδοσφαίρου, άλλη μια ακόμα στρέβλωση, τον αποστέ-ρησε ουσιαστικά από το εθνικό μας συγκρότημα, στο οποίο θα είχε προσφέρει αδιαφιλονίκητα πολλά ! Ενώ η ατυχής αυτή εξέλιξη αδιαμφι-σβήτητα του αποστέρησε και στο κύρος του διεθνείς διακρίσεις, που είναι βέβαιον ότι με το τεράστιο ποδοσφαιρικό του μέγεθος, θα αποκό-μιζε.  Και μάλιστα το 1980 όπου η Εθνική μας συμμετείχε στην πρώτη της μεγάλη επιτυχία, στο Ευρωπαϊκό πρωτάθλημα. Εκφράζοντας ο ίδιος

την ηθική του πικρία για αυτή την δυστοπία θα δηλώσει σε συνέντευξή του : « Η μεγάλη μου πίκρα ήταν ότι δεν έπαιξα στην εθνική ομάδα, που είναι ο καθρέφτης για κάθε παίκτη, ενώ και με τον Ηρακλή δεν μπορέσαμε να αγωνιστούμε στην Ευρώπη». Αγωνίστηκε έτσι μια φορά στο φιλικό παιχνίδι μας με την Πολωνία στις 6 Μαΐου 1976, στο στάδιο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, όπου και νικήσαμε 1-0. Δοθέντος όμως ότι ο Χατζηπανα-γής είχε αγωνιστεί με τις «μικρές» εθνικές, Ελπίδων και Εφήβων της Σοβιετικής Ένωσης, δεν του επετράπη να ξαναγωνιστεί πλέον με την Εθνική Ελλάδος. Είναι βέβαιον εδώ, ότι η ΕΠΟ εκείνη την περίοδο ολιγώρησε και δεν έπραξε όσα έπρεπε και όφειλε, για να ξεμπλοκάρει τον μεγάλο Έλληνα ποδοσφαιριστή από την ΦΙΦΑ, δίκην της τυπικής και όχι ουσιαστικής συμμετο-χής του, με την ολυμπιακή Εθνική ομάδα της Σοβιετικής Ένωσης. Μοναδική επίσης η συμμετοχή του σε ηλικία 45 ετών, στο αποχαιρετιστήριο παιχνίδι προς τιμήν του, που έδωσε η εθνική μας στις 14 Δεκεμβρίου 1999,  με την Γκάνα 1-1, στο Καυτατζόγλειο στάδιο. Στο ματς αγωνίστηκε μόνο για 21 λεπτά, που ήταν αρκετά όμως για να εκδηλώσει την αδιάστατη κλάση του, δημιουργώντας με τις μαγικές συνθέσεις του, το μοναδικό γκόλ της Εθνικής. Στο 13-ο λεπτό έτσι έβγαλε με  ασίστ μπαλιά του τον Βενετίδη τετ -α- τετ με τον γκανέζο τερματοφύλακα, που απέκρουσε το σούτ, για να ολοκληρώσει σε γκόλ όμως τελικά ο Κυπαρίσσης. 

Πρωθύστερα ο Χατζηπαναγής είχε κληθεί το 1976 με την Εθνική μας ομάδα Ελπίδων, στην οποία αγωνίστηκε στις 3 Μαρτίου 1976 σε φιλικό με την Βουλγαρία στο Βόλο, όπου και νικήσαμε 3-2. Εισήλθε στο παιχνίδι ως αλλαγή στο 57-ο λεπτό και στο 60-ο λεπτό είχε ωραίο σούτ στο δοκάρι. Στο 77-ο λεπτό ο Βάσια αποδεκάτισε με τις ντρίπλες του όλη την βουλγαρι-κή άμυνα και έδωσε πάσα στον Λιβαθηνό, που σκόραρε το τρίτο μας γκόλ. Επίσης το 1976 τον Ιούνιο, συμμετείχε στο Βαλκανικό Κύπελλο Ελπίδων, που έλαβε χώρα στη Θεσσαλονίκη. Αγωνίστηκε και στους τρείς αγώνες του συγκροτήματος μας, με την Βουλγαρία (0-0), με την Ρουμανία (2-1) και στον τελικό με την Γιουγκοσλαβία (0-1), που υπήρξε από τους κορυφαί-ους.


Και θα κλείσουμε το αφιέρωμά μας στον ημίθεο του ποδοσφαίρου μας  Βασίλη Χατζηπαναγή, με την υψηλού ηθικού κύρους συμμετοχή του, μαζί και με τον άλλο θεό του ποδοσφαίρου μας Θωμά Μαύρο, στην Μικτή Κόσμου.  Το 1984 λοιπόν ο Βάσια κλήθηκε μαζί με τον Θωμά, να παίξουν σε φιλανθρωπικό μάτς που έγινε στις 22 Ιουλίου 1984 στο Νιού Τζέρσευ στο γήπεδο «Τζάιαντς» με την Μικτή Κόσμου, εναντίον της αμερικάνικης ομάδας Νιου Γιόρκ Κόσμος, παρουσία 40.000 κόσμου, όπου και η Μικτή νίκησε με 3-1. Με συμπαίκτες ακόμα τους παγκοσμίου κύρους ποδοσφαιριστές : Πίτερ Σίλτον, Ζαν-Μαρί Πφαφ, Ρούντι Κρολ, Ούγκο Σάντσες, Ελίας Φιγκερόα, Φραντς Μπεκενμπάουερ, Κέβιν Κίγκαν, Μάριο Κέμπες κ.α. Ο Βάσια τότε μπήκε στο παιχνίδι στο 65-ο λεπτό αντικαθιστώντας τον Κέβιν Κήγκαν. Και με τις ενορατικές τεχνικές του συλλήψεις συνέγειρε τον κόσμο, που τον αποθέωνε. Στο αποκορύφωμα της συνεργασίας του με τον άλλο Έλληνα ποδοσφαιριστή στο παιχνίδι Θωμά Μαύρο, χτύπησε αριστοτεχνικό κόρνερ, ο Μαύρος πήρε την κεφαλιά και έστειλε την μπάλα στο δοκάρι, κάνοντας όλο το γήπεδο να χτυπά ασταμάτητα παλαμάκια, για τους δυο κολοσσούς Έλληνες ποδοσφαιριστές ! Θεϊκός υπήρξε ως ποδοσφαιριστής ο Βασίλης Χατζηπαναγής και με αυτή την οραματική ποδοσφαιρικά εικόνα του, την οποία επικουρούσε και το αδαμάντινο ήθος του, θα μείνει για πάντα κορυφαίος στις καρδιές μας !

Το παρόν κείμενό μας δημοσιεύθηκε στην Real.gr

*Ο συγγραφέας Πάνος Ν. Αβραμόπουλος, είναι M.Sc Δ/χος Μηχανικός Ε.Μ.Π.
www.panosavramopoulos.blogspot.gr

Share this

Related Posts

Previous
Next Post »