Το διάστημα 1961-62 ο Νικηφόρος Μανδηλαράς προάσπισε νομικά όλους τους αγωνιστές της αριστεράς σε διώξεις, που είχαν εμπλκακεί στα γρανάζια των εναπο-μεινάντων εμφυλιοπολεμικών αποφύσεων. Με την έκσπαση του Απριλιανού στρα-τιωτικού κινήματος ο Ν.Μ. διέβλεπε πως θα ειδιώκετο απηνώς απο την χούντα δοθέντος, ότι οι πρωταίτιοί του τον είχαν προγράψει απο την ταραχώδη δίκη του «ΑΣΠΙΔΑ», οπότε και είχε αποκαλύψει ανάγλυφα την σκευωρία και τα ιδιοτελή κίνητρα των πρωτεργατών της χούντας. Μερίμνησε έτσι αμέσως για την προφύλαξή του κρυπτόμενος σε σπίτια φίλων του και ιδίως του φίλου του δημοσιογράφου Μιχάλη Στυλιανού, σχεδιάζοντας παράλληλα την διαφυγή του στο εξωτερικό για να αποφύγει την δολοφονία του. Μέλημά του ακόμα με την φυγή στο εξωτερικό ήταν η ανάληψη κεντρικής δράσης και η δημιουργία αντδικτατορικών θυλάκων, που θα συνέβαλαν στην πτώση της χούντας. Στις 12 Μαίου του 1967 ο Νικηφόρος Μανδη-λαράς παίρνοντας λίγα χρειαζούμενα σε μια βαλίτσα και 5.000 δρχ αποχαιρετά την γυναίκα του Άσπα, λέγοντάς της πως θα έφυεγε για την Νάξο και κατόπιν θα αναζητούσε τρόπο διαφυγής στο εξωτερικό.
Στο εγαχείρημά του να φύγει, τον προστρέχει ο συνάδελφός του δικηγόρος και νομικός σύμβουλος της εταιρείας «RITA V» Ρόκας, στην οποία ανήκε το πλοίο με το οποίο θα έφευγε για το εξωτερικό Ρόκας. Ο Ρόκας πείθει τον πλοίαρχο του πλοίου Πέτρο Ποταγά απο την Αθήνα, που αρχικά διστάζει, να πάρει μαζί του λαθραία τον Μανδηλαρά στο ταξίδι του πλοίου για την Αμόχωστο στην Κύπρο. Προκειμένου να αποτραπεί η διέρρευση του μυστικού, ο φίλος του δημοσιογράφος του Μανδηλαρά Μιχάλης Στυλιανού, τον συνοδεύει στο προσυνεννοημένο σημείο με τον Πλοίαρχο Ποταγά και τον παραδίδει στις 16 Μαίου 1967 παραμονή αναχώρησης του πλοίου σ΄αυτόν, απο αυτοκίνητο σε αυτοκίνητο, χωρίς να τους δει κανείς. Αμέσως ο Μαν-δηλαράς μπαίνει στην καμπίνα του πλοίαρχου και ουσιαστικά κλείνεται «αεροστε-γώς» χωρίς να τον δεί κανείς. Ωστόσο παρόλη την αριστοτεχνική σχεδίαση του αγωνιστή της δημοκρατίας, το μεγάλο μυστικό διαρρέει, διότι ο πλοίαρχος Παταγάς - οποίος λίγους μήνες μετά την δολοφονία του Μανδηλαρά θα «αυτοκτονήσει» υπο την πίεση των χουντικών - κάνει το μοιραίο λάθος να αποκαλύψει εμπιστευτικά το μυστικό σε έναν υπαστυνόμο ονόματι Γεωργάκη, ο οποίος με την σειρά του το αποκαλύπτει στην ηγεσία της αστυνομίας. Πάραυτα η χούντα με γκαιμπελίστικη μαστοριά παρότι γνωρίζει το μυστικό και θα μπορούσε αυτόματα να δολοφονήσει τον Μανδηλαρά, προτιμά να τον σκοτώσει έντεχνα και να το παρουσιάσει ως εξαφάνιση, η πνιγμό, ανάλογα με το πως θα τις εξελιχθούν τα πράγματα. Θα επετύ-γχανε έτσι το τέλειο έγκλημα και θα απέτρεπε τη λαϊκή οργή, που με κάθε τρόπο θα ήθελε να αποφύγει στους πρώτους μήνες της εγκαθίδρυσής της.
Στις 17 Μαίου 1967 λοιπόν και ώρα 12: 13 αποπλέει απο την Ελευσίνα το φορτηγό πλοίο «RITA V» με κατεύθυνση την Αμμόχωστο και πλήρωμα τους Π. Πόταγα πλοία-ρχο και Σπύρο Βαρουτσά υποπλοίαρχο απο την Τρίπολη, αλλά και έναν λαθρεπιβά-τη, τον απαράμιλλο αγωνιστή της δημοκρατίας και διάττοντα αστέρα της πολιτικής μας σκηνής Νικηφόρο Μανδηλαρά. Στο πλοίο πέραν του πλοίαχου Πόταγα ο μοναδικός άνθρωπος που γνωρίζει την παρουσία του Μανδηλαρά, είναι ο καμαρό-τος Ν. Δρουλίσκος, ο οποίος και του πήγαινε το φαγητό. Ήδη όμως αρχίζει και μπαίνει σε εφαρμογή το δολερό σχέδιο της δολοφονίας των χουντικών. Την επομένη μέρα 18 Μαίου 1967 και ώρα 12:25 μ.μ. καταφθάνει στο πλοίο το πρώτο σήμα του υπουργείου εμπορικής ναυτιλίας εντέλοντας : «αναφέρατε κατεπειγόντως και υπευθύνως εαν επί του πλοίου σας επιβαίνουν πρόσωπα ξένα πρός το πλήρω-μα και τα πλήρη στοιχεία τούτων... Θέσατέ τα υπο ασφαλήν φρούρησιν και σπέυσα-τε εις λιμένα Ρόδου εν αναμονή αφίξεως των λιμενικών αρχών». Η οσμή θανάτου άρχισε να περιτρυγυρίζει τον μεγάλο έλληνα που στους περήφανους ώμους του είχε σηκώσει το βάρος της αποτίναξης της χουντικής τυραννίας.
Ο πλοίαρχος Πόταγας δίνει την 1-η απάντησή του στους χουντικούς στις 12:45 «Διενεργώ έρευναν» και μία ώρα αργότερα την 2-η «ουδείς ευρέθη». Οι χουντικοί ωστόσο αντιλαμβάνονται ότι προσπαθεί να κρύψει τον αγωνιστή της δημοκρατίας και με 2-η σήμα του δίνουν εντολή «Ανακόψατε πλούν μακράν πάσης ακτής ερευ-νήσατε αύθις το πλοίον, απαγορεύσατε πάσαν προσέγγισιν ετέρου σκάφους…. αναφέρατε στίγμα εις το πλοίον σας παραμένει ακίνητον». Ακολουθεί στις 16:30 απάντηση του β΄ πλοιάρχου «Συμμορφούμαι αμέσως, ακινητώ εις στίγμα 3550Β27 14Α.
Έπεται σήμα των χουντικών – υπουργείου εμπορικής ναυτιλίας «Πλεύσατε δι ανατολικών ακτών Ρόδου και εις απόστασιν 5 μιλίων εξ αυτών εις λιμένα Ρόδου …. Αναφέρατε στίγμα σας πορείαν και ταχύτηταν και πιθανήν ώραν κατάπλου εις λιμένα Ρόδου…». Και ακολουθεί απάντηση του πλοιάρχου στο 3-ο σήμα του υπου-ργείου και ώρα : 17:35 «πιθανή ώρα αφίξεως 2:30…. Ταχύτης 8 μίλια».
Από την ενδελεχή έρευνα όσον μελέτησαν την δολοφονία του Νικηφόρου Μανδη-λαρά, εξάγεται το συμπέρασμα ότι εξετελέσθη μεταξύ του 1-ου σήματος του υπουργείου στις 12:25 και της τελευταίας απάντησης του πλοιάρχου στις 17:35 της 18-ης Μαΐου 1967. Οι χουντικοί είχαν προφανώς πληροφορηθεί την επιβίβαση του τραγικού Μανδηλαρά, αλλά γνωρίζοντας καλά τους μηχανισμούς προπαγάνδας και το αναπόδραστο κόστος που θα κατέβαλαν με την δολοφονία ενός λαϊκού συμβό-λου, σκηνοθέτησαν σατανικά πρωτίστως την δολοφονία του και μετά τον χαλκευμέ-νο δήθεν πνιγμό του. Και δυστυχώς και ο πλοίαρχος Πόταγας είτε από φόβο και τρομοκράτηση, είτε από συνειδητή προδοσία έρχεται αρωγός στα δολερά σχέδια των χουντικών. Θα μπορούσε κάλλιστα, να παραβλέψει τις εντολές των χουντικών, να βγεί στα διεθνή ύδατα και να τον διασώσει. Μετά από όλα αυτά την αυγή της 22-ας Μαΐου 1967 οι ψαράδες Γιάννης Καλλιγάς και Τσαμπίκος Νικολέττος, βρήκαν στην παραλία Γενάδι στην ΝΔ πλευρά της Ρόδου, 12 μέτρα από την ακτή, το πτώμα του τραγικού αγωνιστή της δημοκρατίας Νικηφόρου Μανδηλαρά και ενημέρωσαν την ευρισκόμενη σε επιφυλακή αστυνομία.
Εκ των πραγμάτων αποδεικνύεται ότι οι χουντικοί γνώριζαν καλά ότι ο Μανδηλαράς ευρίσκονταν στο πλοίο – δίκην της κατάδοσης του. Και για αυτό τα πλωτά του λιμενικού δεν προέβησαν σε νηοψία στο πλοίο. Η γενική επιφυλακή του λιμενικού, της χωροφυλακής, του στρατού, της εθνοφυλακής και των κομάντος που ήλθαν από την Αθήνα, υποδεικνύει ότι είχαν σαφή εικόνα του ανθρώπου- «λαθρεπιβάτη» που αναζητούσαν. Το πλοίο παρέμεινε ακίνητο στο στίγμα Φ=3540 50΄ ΒΛ=270 41΄Α (60 μίλια από το λιμάνι της Ρόδου), ήτοι σε απόσταση 8 ωρών πλεύσης. Πάραυτα έφτασε στη Ρόδο μετά από 10 ώρες με καθυστέρηση 2 ωρών και μέσα σε αυτό το δραματικό δίωρο, κρίθηκε η ζωή του Νικηφόρου Μανδηλαρά. Εξάλλου οι αντιφά-σεις και τα κραυγαλέα κενά γύρω από την εξέλιξη των γεγονότων της δολοφονίας του, διεφάνησαν στις δυο δίκες – παρωδία ωστόσο- που διενεργήθησαν η μια στις 5-10-1967 στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ρόδου και η άλλη στις 12-10-1967 στο Εφετείο Ρόδου, με μοναδικό κατηγορούμενο τον πλοίαρχο και με μοναδικό επίσης ακροατήριο – ω της ειρωνείας ! – αστυνομικούς και διάφορους ενστόλους, που απόχώρησαν, μετά από τις αλλεπάλληλες δριμείες υποδείξεις του προέδρου, όπως και του εισαγγελέα, χωρίς όμως ποτέ να προβούν σε ουσιαστική εξέταση της δίκης.
Χαρακτηριστικά είναι και τα λόγια της χαροκαμένης συζύγου του Μανδηλαρά Άσπας, στα δικαστήρια, που εκπροσωπούσε και την εφτάχρονη κόρη τους Εριέττα, χωρίς πολιτική αγωγή, που κατέθεσε : «Είμαι βέβαιη για τη δολοφονία του άνδρα μου, της οποίας ο πλοίαρχος είναι αυτουργός ή συναυτουργός και δεν ζητώ να αποδώσετε δικαιοσύνη, διότι γνωρίζω ότι είναι αδύνατο» ! Στο ίδιο μήκος κύματος, η ανάκριση δεν κινήθηκε ως όφειλε σε όλες τις κατευθύνσεις. Δεν ανακρίθηκε ο δικηγόρος Ρόκας - που είχε μεσολαβήσει για τη διαφυγή του Μαδηλαρά- δεν κατέ-θεσε ο αστυνομικός Γεωργάκης στον οποίο ο πλοίαρχος Πόταγας είχε αποκαλύψει το μυστικό της διαφυγής του Μανδηλαρά, το οποίο και προφανώς κατέδωσε. Αλλά η τραγική γυναίκα του Μανδηλαρά θέλοντας να αναδείξει ότι δεν υπήρχε σχέδιο εξαφανίσεως από τους χουντικούς θα πεί «Ο σύζυγός μου τους ξεγέλασε ακόμη και νεκρός. Ίσως να λύθηκε η πέτρα που είχαν δέσει στο σώμα του, ίσως αν συνέβη κάτι άλλο που δεν πρόβλεψαν». Τονίζοντας παράλληλα στο δικαστήριο τέσσερις κραυ-γαλέες αντιφάσεις των χουντικών, που κατεδείκνυαν την δολοφονία του συζύγου της.
Τι είπε όμως ο πλοίαρχος Πόταγας για τα συμβάντα; Αφότου έλαβε τη διαταγή- σήμα να πλεύσει στη Ρόδο, ο Νικηφόρος Μανδηλαράς του ζήτησε να τον αφήσει να πέσει στη θάλασσα για να σωθεί. Και πράγματι στις 11:30 μ.μ. τον κατέβασε με ένα σχοινί δίνοντάς του μια σωσίβια ζώνη και σχοινί. Και τον είχε δει που κολυμπούσε 50 μ από την πρύμνη. Επίσης κατά τον φίλο του Μανδηλαρά Γ. Χιωτάκη πολιτευτή βάσει των μαρτυριών των Ροδίων, ο Μανδηλαράς έφτασε στην παραλία της Λάρ-δου και προσέφυγε σε μια καλύβα, όπου μια γυναίκα του έδωσε φαγητό. Εν συνε-χεία συνάντησε ένα χωρικό, που τον απέστειλε στην πόλη, για να βρεί τον φίλο του πολιτευτή Γ. Χιωτάκη. Ο Χιωτάκης προσπάθησε να τον προσεγγίσει, αλλά έπεσε πάνω σε μπλόκα της χωροφυλακής που έκαναν εξονυχιστικούς ελέγχους και επέ-στρεψε στην πόλη άπραγος, όπου την επόμενη μέρα διάβασε στις εφημερίδες ότι «πτώμα αγνώστου ανδρός εξεβράσθη στην παραλία Γενναδίου στη Ρόδο», με ξένους σταθμούς επίσης να μεταδίδουν το γεγονός της δολοφονίας του Νικηφόρου Μανδηλαρά.
Όμως πολύ διαφωτιστική είναι η μαρτυρία των ψαράδων που είδαν το πτώμα. Μετά την δικτατορία δήλωσαν ότι το πτώμα δεν ήταν τυμπανισμένο και συνεπώς δεν είχε πνιγεί όπως διετείνετο η χούντα, αλλά βγήκε ζωντανός στην ακτή και δολοφονήθηκε από σφαίρες του στρατού ή της αστυνομίας, που είχαν ζώσει τις ακτές. Την ίδια μαρτυρία είχε καταθέσει και ο υποκελευστής του Λιμεναρχείου Ρόδου Μικές Τροικίλης, που είχε δεί το πτώμα στην ακτή. Τόσο λοιπόν οι ψαράδες, όσο οι Τροικίλης, οι δικηγόροι φίλοι που κατέφθασαν από την Αθήνα, ο ιερέας και οι γιατροί του νοσοκομείου Ρόδου, συμφωνούσαν ότι «το πτώμα έφερε χτυπήματα, το χέρι του ήταν σπασμένο, είχε βαθιά τραύματα από πυροβολισμούς η στιλέτο και ήταν το αίμα του στα βότσαλα». Ωστόσο οι γιατροί του νοσοκομείου Ρόδου, υπέ-γραψαν με την καθοδήγηση του φιλοχουντικού ιατροδικαστή Καψάσκη, που εσπε-υσμένα τον είχαν μετακαλέσει από ο εξωτερικό, ότι ο Νικηφόρος πέθανε από πνιγμό καθώς κατέβαινε με το σχοινί από το πλοίο. Μάλιστα μεταγενέστερα ένας εκ των γιατρών αυτών δήλωσε «Το κείμενο της έκθεσης δεν έγινε με δική μας υπαγό-ρευση και ο γιατρός της οικογένειας Μανδηλαρά «οι δυσκολίες της εποχής, δεν επέτρεψαν την ανάμειξή μου». Ενώ άλλοι γιατροί δήλωσαν «Τα αποτελέσματα της τοξικολογικής εξέτασης των πνευμόνων, για να διαπιστωθεί να υπήρξε θαλασσινό νερό μέσα, ουδέποτε τα πληροφορηθήκαμε» !
Η νεκρώσιμη ακολουθία και η βεβιασμένη μυστική ταφή του, χωρίς να ενημερωθεί η οικογένειά του για ο θάνατό του, έλαβε χώρα στη Ρόδο, παρουσία του παππά, 30 χωροφυλάκων, και 6 φίλων του, των Γρηγόρη Κασιμάτη, Αχ. Αποστόλου, Ν. Σιδέρη. Γ. Χιωτάκη, Μ. Βιτζηλαίου και της γυναίκας του. Οι οποίοι την προηγούμενη μέρα είχαν δεί στο νεκροτομείο το πτώμα του «μελανό, φουσκωμένο, μελανό το μισό κρανίο και το πρόσωπο και μια τρύπα στον αριστερό μαστό». Η χουντικοί είχαν σχεδιάσει μεθοδευμένα το έγκλημα «θάνατος εκ πνιγμού». Στα 1976 ο Εφέτης Μουλάς μάζεψε αποδεικτικά στοιχεία: Ένα σήμα της 95-ης στρατιωτικής Διοίκησης προς το 289 τάγμα Ελληνικής Χωροφυλακής Ρόδου, καθώς οι περίπολοι έψαχναν τον τραγικό αγωνιστή της δημοκρατίας «αναγνωρισθείς εβλήθη υπο περιπόλου» έλεγε εύγλωττα το σήμα !
Πως επήλθε ωστόσο μετά από τη παράθεση όλων αυτών των στοιχείων η δολοφο-νία του αγωνιστή της δημοκρατίας; Τον συνέλαβε η χούντα στην Αθήνα προτού βρεθεί στο πλοίο, τον δολοφόνησε εν ψυχρώ, τον μετέφερε στο πλοίο «RITA V» ανοιχτά της Ρόδου και τον έριξαν στη θάλασσα; Δολοφονήθηκε μέσα στο πλοίο ; Η βάσει του σεναρίου της χούντας εισήλθε λαθραία στο πλοίο, δόθηκαν οι εντολές και κατεβαίνοντας από το πλοίο με σχοινί, χτύπησε στα τοιχώματα του πλοίου, απώλεσε τις αισθήσεις του και πνίγηκε. Κατόρθωσε να βγεί ζωντανός στην ακτή και εν συνεχεία δολοφονήθηκε εν ψυχρώ; Αλλά ας δούμε τι έγινε και με τον αμφιλε-γόμενο πλοίαρχο Πόταγα. Παρουσιάστηκαν στοιχεία βασανισμού του στις φυλακές της Ρόδου και η αδελφή του κατέθεσε ότι στη Νότια Αφρική που κατέφυγε, «αυτό-κτόνησε» με περίστροφο, 8 μήνες μετά την δολοφονία του, ενώ η χούντα μετέδιδε, ότι σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα !
Αλλά πολύ χαρακτηριστικό και εμβληματικού χαρακτήρα θα λέγαμε, ήταν μετά την πτώση τους χουντικής ανομίας των Αθηνών τον Σεπτέμβριο του 1974, το άρθρο του μεγάλου δημοκράτη Γιώργου Φάτση στα «Νέα», ήτοι «πρέπει να αποκαλυφθεί και να εξουδετερωθεί ο μηχανισμός που λειτούργησε για την εξόντωση του Νικηφόρου Μανδηλαρά, ο μηχανισμός που βρίσκει τρόπους να εξουδετερώνει την ελληνική λεβεντιά» !
Τον Μάιο του 1983 στην γενέτειρά του Κόρωνο της Νάξου, του μεγάλου αγωνιστή της δημοκρατίας και λαμπρού της τέκνου, έλαβαν χώρα τα αποκαλυπτήρια της προτομής του. Στην αγαπημένη του Νάξο, που τόσο είχε παλαίψει από κάθε κοινω-νικό μετερίζι, για την κοινωνική ευημερία και την δημοκρατική της ανασυγκρότηση. Και στις 15 Ιουνίου 1983, πραγματοποιήθηκε η μετακομιδή των λειψάνων του, από τη Ρόδο στο Α΄ νεκροταφείο Αθηνών, ακριβώς δίπλα από τον άλλο μεγάλο αγωνιστή της δημοκρατίας Γρηγόρη Λαμπράκη. Για να εκπέμπουν διαχρονικό από το ιερό τους μνήμα στην Αθήνα και οι δυο – μέσα από την χυδαία δολοφονία τους εν είδει Λατινικής Αμερικής – το διαρκές ιδεοφόρο σήμα τους για το ήθος και την ιδέα της δημοκρατίας, αλλά και τους διαρκείς και αέναους αγώνες του μαρτυρικού λαού μας, για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και τη δημοκρατική του χειραφέτηση !
Α΄ Αθηνών
www.panosavramopoulos.blogspot.gr



