Για μια αποτελεσματική εθνικοαμυντική πολιτική

Για μια αποτελεσματική εθνικοαμυντική πολιτική

Γράφει ο Πάνος Ν. Αβραμόπουλος

Και ενώ έχουμε σημαντικές εξελίξεις στον γεωπολιτικό μας χώρο, το μιντιακό μας σύστημα όλως παραδόξως, έχει εξαφανίσει απο το δημόσιο διάλογο τα εθνικά μας θέματα. Η ελληνική διπλωματία έχει εδώ και χρόνια εγκλωβιστεί στον ολισθηρό δρόμο δυο οδυνηρά εσφαλμένων γεωστρατηγικών αντιλήψεων. Αφενός της θεωρίας της ελληνοτουρκικής φιλίας, αφετέρου της επίσης εσφαλμένης εκτίμησης του δήθεν εξευρωπαϊσμού της Τουρκίας, που θα την συνετίσει έναντι της διεθνούς νομιμότητας και θα εκλογικεύσει έτσι έναντι της Ελλάδος, την επιθετική και συγκρουσιακή συμπεριφορά της. Δυστυχώς αντιμετωπίζουμε σοβαρό πρόβλημα εθνικής ασφάλειας, το οποίο τροφοδοτεί αενάως και επιτείνει ο αδηφάγος τουρκικός επεκτατισμός. Την εκτίμηση αυτή την αποδέχεται όλο το πολιτικό μας σύστημα, ακόμα και ο με διεθνιστικό λόγο ΣΥΡΙΖΑ. Στο εξαγγελθέν κυβερνητικό του πρόγραμαμα έγραφε «Οι εντάσεις και η αμφισβήτηση της εθνικής μας ακεραιότητας είναι καθημερινές και συνεχείς». Αλλά τι αντιπροβάλλει σ΄αυτή την εκτίμηση; Τον προφανώς αποτυχημένο στην πράξη και χιλιομασημένο επικοινωνιακά «διάλογο στη βάση του διεθνούς δικαίου και του αμοιβαίου σεβασμού». Ειδικά η λέξη σεβασμός όταν αναφέρεται κανείς στην Τουρκία, που δεκαετίες τώρα αντίπερα στη  διεθνή νομιμότητα και τις αποφάσεις του ΟΗΕ συνεχίζει κυνικά να κάνει κατάληψη στο 37% της μαρτυρικής μας Κύπρου, ηχεί σαν καταγέλαστη. Είναι προφανές ότι η πολιτική μας τάξη αδυνατεί να κατανοήσει, τον πυρήνα του προβλήματος της εθνικής μας ασφάλειας.

Πολύ εύγλωττος εδώ Walter Lippman, που απαντά στο πυρίκαυστο ερώτημα πότε μια χώρα μπορεί να αισθάνεται ασφαλής; Όταν απαντά με διπλωματική σοφία «δεν αναγκάζεται να θυσιάσει τα νόμιμα συμφέροντά της για να αποφύγει τον πόλεμο και είναι ικανή αν απειληθεί να τα διατηρήσει ακόμη και με προσφυγή στον πόλεμο». Όταν δηλαδή διαθέτει αληθινά στρατιωτική και πολιτική ισχύ. Τι σημαίνει αυτό πρακτικά για την περίπτωση της Ελλάδος ; Ότι πρέπει να έχουμε :

(1) Επαρκή πρός το αντίπαλο δέος στρατιωτική θωράκιση, ικανή να αποτρέψει επίθεση.
(2) Αρραγή ενότητα στο πεδίο της κοινωνίας και υψηλό πατριωτικό φρόνημα, το οποίο μπορούμε να αντλήσουμε απο τις άφθαρτες αξίες και αρετές της ελληνικής ζωής.
(3) Έντιμες και σφυρηλατημένες στο διάβα του χρόνου πολιτικοστρατιωτικές συμμαχίες.


Σε ένα τέτοιο πλαίσιο λοιπόν θα μπορούσε να λάβει χώρα και να είναι εποικοδομητικός ένας διπλωματικός διάλογος με την Τουρκία. Στην περίπτωσή μας δυστυχώς οι προϋποθέσεις αυτές ένεκα των οδυνηρών χρόνιων ανεπαρκειών της εξωτερικής μας πολιτικής δεν υφίστανται. Και επομένως αυτοδύναμα μόνη της η Ελλάς, δεν μπορεί να αποκρούσει την τουρκική επιθετικότητα. Στο πεδίο των στρατηγικών μας εταίρων τώρα η Ευρωπαϊκή Ένωση - όπως περίτρανα αποδείχτηκε και με την οικονομική κρίση – είναι αδύναμη και επικίνδυνα απρόθυμη. Οι Αμερικανοί και το ΝΑΤΟ απο την άλλη είναι «σύμμαχοί» μας, αλλά και μονίμως απέναντί μας !!! Μάλιστα σε παλιότερη έκθεση της Ομάδας Ολμπράιτ στο πλαίσιο του CFR, παρά την τραγική αποτυχία της Τουρκίας, να διαδραματίσει έναν εποικοδομητικό ρόλο στην Συρία, το Ιράκ, την Αίγυπτο, το Ιράν και την Παλαιστίνη, προαλοίφετο για την αναβάθμιση, σε αντίστοιχο ρόλο της Ιαπωνίας και της Νότιας Κορέας.

Είναι σαφές λοιπόν απο τα παραπάνω, ότι η Ελλάς πρέπει να συνάψει έντιμες στρατηγικές συμφωνίες που θαν την ισχυροποιήσουν στην αντιμετώπιση της εξωτερικής επιβουλής. Οι Αμερικανοί και το ΝΑΤΟ μέχρι σήμερα δεν τοποθετούνται πραγματικά δίπλα στην Ελλάδα. Και πρός αυτή την κατεύθυνση έχουμε διπλωματικά όπλα να τους ασκήσουμε πιέσεις για να αλλάξουν την στάση τους. Είναι για χρόνια γνωστό – αλλά δυστυχώς προκλητικά ανεκμετάλλευτο – το ότι στην κοινωνικοπολιτική σκηνή της Αμερικής, το ελληνομαερικανικό λόμπυ, διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην έκβαση του πολιτικού παιγνίου. Τόσο με τους υπερπολύτιμους ψήφους του, όσο και με το παντοδύναμο πολιτικό του χρήμα. Επομένως μια επιδέξια και παραγωγική εκμετάλλευση του ισχυρότατου αυτού διπλωματικού μας όπλου, θα μπορούσε άρδην να μεταστρέψει την συμπεριφορά των Αμερικανών και του ΝΑΤΟ κατ΄επέκταση, στις εξωτερικές μας σχέσεις. Να πάψουν δηλαδή να μας θεωρούν δοτούς και συμβιβασμένους και να μας αποτιμήσουν ως διαπραγματεύσιμους διπλωματικά. Και μάλιστα στην παρούσα συγκυρία θα λέγαμε, που ανασυντίθενται οι γεωπολιτικές σφαίρες επιρροής με κυρίαρχο διακύβευμα την ΕΝΕΡΓΕΙΑ, η Ελλάς προσακτά στην γεωστρατηγική αρχιτεκτονι-κή των ΗΠΑ, ένα ξεχωριστό βάρος. Οφείλει επομένως να το εκμεταλλευτεί. Η ενέργεια σήμερα αναδιατάσσει το παιχνίδι στα Βαλκάνια, την Μέση Ανατολή και την Βόρεια Αφρική, περιοχές ξεχωριστού αμερικανικού ενδιαφέροντος. Δεν πρέπει να απολέσουμε το εκπληκτι-κά πρόσφορο για την Ελλάδα γεωστρατηγικό momentum. Μια άγρυπνη και γρηγορούσα ελληνική εξωτερική πολιτική, μπορεί να επιτύχει πολλά και να αναστρέψουμε το κλίμα.

Φεύ όμως αντί να πράξουμε αυτά τα τόσο αυτονόητα η ελληνική εξωτερική πολιτική και διπλωματία, χάνεται στους δαιδάλους των φοβικών της συνδρόμων. Παράλληλα στο ίδιο πλαίσιο διεύρυνσης των διπλωματικών μας ερεισμάτων, οφείλουμε να συνάψουμε στρατηγικές συμμαχίες με την Κίνα και την Ρωσία. Οι Κινέζοι αδημονούν να βρούν διέξοδο και στρατηγική πύλη εισόδου στην Ευρώπη. Η Ελλάς προσφέρεται ιδεωδώς για αυτό. Μπορούμε να προχωρήσουμε μαζί τους σε μια έντιμη και επ αμοιβαία ωφελεία σχέση. Οι Ρώσοι απο την άλλη, πρό της διαφαινόμενης απώλειας της Συρίας, ασφυκτιούν γεωστρατηγικά και θέλουν να αντικαταστήσουν τα δυο εκεί λιμάνια. Ο Αλέξης Τσίπρας είχε προγενέστερα πεί χαρακτηριστικά πως «ρισκάρει» μια επίθεση φιλίας στον Ερντογάν. Και οι Τούρκοι πασάδες διαρκώς μας απαντούν με αληθινά πυρά !!! και διαρκείς παραβιάσεις. Προφανώς η πολιτική μας τάξη, πρέπει να εγκαταλείψει τις γελοίες και ανόητες διπλωματικές αβρότητες, που τόσο μας έχουν κοστίσει και να προσγειωθεί στις αδήριτες πραγματικότητες της ζωής. Και ήταν ο αείμνηστος Μιχάλης Δούντας, απο τους μύστες της εξωτερικής μας πολιτικής, που με περισσήν εμβρίθεια και διπλωματική σοφία έλεγε «Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, δεν είναι σχέσεις φιλίας και συνεργασίας, αλλά συγκρουσιακής συνύπαρξης». Συνεπώς να προσδοκούμε ειλικρινή διάλογο με την Τουρκία, χωρίς να υπάρχει απο πίσω η αναγκαία εθνικοαμυντική θωράκιση, για να τον υποστηρίξει είναι «όνειρο θερινής νυκτός» στα λόγια του μεγάλου Ουίλιαμ Σαίξπηρ. Ας αδράξουμε όμως και την παρακάτω ευκαιρία. Η συνεργασία Τουρκίας-Ισραήλ τον τελευταίο καιρό έχει εμφανώς διαρραγεί. Η ενεργειακή συμμαχία με την Κύπρο και η φίλια πρός την Ελλάδα, διπλωματική του πρόθεση, το μαρτυρούν. Μέχρι και πριν λίγο σχετικά καιρό, το Ισραήλ συνιστούσε τον προστάτη των τουρκικών συμφερόντων, τόσο στην Αμερική, όσο και σε ολόκληρη την υφήλιο.  Με την αρωγή του Ισραήλ είχε απαλειφθεί απο τα μεγάλα lobbies και think tanks η επονείδιστη εισβολή και κατοχή του Αττίλα. Και όχι μόνον αυτό, αλλά διεκδικούσαν και την διεθνή συμπάθεια για την Τουρκία, για τη  δήθεν «απομόνωση» των Τουρκοκυπρίων. Μπορούμε όμως τώρα που η πολιτικότητα αλλάζει εναντίον της Τουρκίας, να κάνουμε πολλά. Σε κάθε περίπτωση ο επεκτατισμός των Νεοθωμανών, δεν καταστέλλε-ται μήτε πτοείται απο το Διεθνές δίκαιο. Αν ίσχυε αυτή η εκτίμηση, τότε η Τουρκία θα είχε απο χρόνων εγκαταλείψει την κατοχή στην μαρτυρική Κύπρο, συντασσόμενη με τα ψηφίσματα του ΟΗΕ. Η Ελλάς οφείλει να αναζητήσει έναν έντιμο στρατηγικό σύμμαχο με ειλικρινείς όρους. Και επομένως αν το Ισραήλ είναι πρόθυμο να αποδεχτεί μια έντιμη συμφωνία με την Ελλάδα, μπορεί να εξελιχθεί σε έναν γόνιμο στρατηγικό εταίρο.

Στο ζέον τώρα για την Ελλάδα θέμα των Σκοπίων, όλη η πολιτική μας τάξη με ορισμένες λαμπρές εξαιρέσεις, όπως ο αναγεννησιακός Μακεδόνας πολιτικός Στέλιος Παπαθεμελής, αποδέχεται την τραγικά επικίνδυνη για τα εθνικά μας συμφέροντα σύνθετη ονομασία, με τον όρο Μακεδονία. Όμως μια ενδεχόμενη τελεσιδικία αυτής της ολέθριας θέσης, θα επικυρώσει και με την ελληνική υπογραφή, το όνομα της Μακεδονίας στον σφετεριστή της Ιστορίας τα Σκόπια. Τα επιχειρήματα περί «γεωγραφικού προσιδορισμού» είναι προφανώς ταχυδακτυλουργική απάτη, μέχρι και την ημέρα της συμφωνίας. Απο την επαύριο κιόλας της υπογραφής, τα Σκόπια θα πετάξουν τον προσδιορισμό και θα χρησιμοποιούν σκέτο το Μακεδονία. Ενώ εμείς θα αναζητούμε στον κάλαθο των αχρήστων, τον τάχατες προσδιορισμό. Όλοι μας το υποπτευόμαστε. Και όλοι μας γνωρίζουμε ότι έμπρακτα θα γίνει έτσι. Ας το αποτρέψουμε. Κλείνοντας τούτη την προσέγγιση στην εξωτερική μας πολιτικής, ας κάνουμε πάλι μια θεώρηση της αμυντικής μας βιομηχανίας. Οι Τούρκοι καλύπτουν σήμερα με την εγχώρια αμυντική βιομηχανία τους, το 54% των αμυντικών τους αναγκών και το 2020 το ποσοστό αυτό θα εγγίζει το 90%, δηλαδή σχεδόν αυτοδύναμη κάλυψη. Είναι ανάγκη λοιπόν με φρόνηση, ρεαλισμό, ψύχραιμη αποτίμηση των διεθνοπολιτικών μας δεδομένων, αλλά και ενορατικές συλλήψεις, όπως υπαγορεύει το δύσκολο πεδίο της διπλωματίας και της γεωστρατηγικής, να ανασχεδιάσουμε την εξωτερική μας πολιτική. Να την καταστήσουμε αποτελεσματική και αντάξια της κοπιώδους πορείας μας στην αχανή λεωφόρο του χρόνου. Και όχι άθυρμα των ιταμών ξένων διεθνοπολιτικών συμφερόντων.

*Ο συγγραφέας Πάνος Ν. Αβραμόπουλος, είναι M.Sc Δ/χος Μηχανικός Ε.Μ.Π.
www.panosavramopoulos.blogspot.gr

Share this

Related Posts

Previous
Next Post »