ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ Ο άγιος των ελληνικών γραμμάτων

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
Ο άγιος των ελληνικών γραμμάτων

 Γράφει ο Πάνος Αβραμόπουλος 


Έζησε ασκητικά και ταπεινά σαν μοναχός, αναγόρευσε την απλότητα και την λιτότητα σα στάση ζωής  και μέσα από τα δροσερά ηθικά νάματα της Ορθοδοξίας ανέδειξε με την γραφή του όλες τις ανώτερες αρετές της ανθρώπινης φύσης. Ο άγιος των ελληνικών γραμμάτων Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Αυτός ο ταπεινός ασκητής της ελληνικής λογοτεχνίας που ζούσε με τη λιτότητα του Αγίου Αντωνίου στην έρημο, με μόνη φορεσιά ένα φθαρμένο κανελί παλτό και έσπευδε μετά την εξουθενωτική δουλειά στις εφημερίδες για ένα κομμάτι ψωμί, να πάει στην εκκλησιά και να ψάλει ξεκουράζοντας την ψυχή του, από την πνιγηρή ατμόσφαιρα της πηθικίζουσας προς τον φραγκολεβαντίνικο πολιτισμό Αθήνας. Η επίσημη κριτική εξέλαβε τον μεγάλο μας Σκιαθίτη συγγραφέα σαν καρπό ενός παράταιρου γάμου, αφού του αποδόθηκε μια ταξική συνείδηση που ήταν συνάμα φεουδαρχική και αγροτική, αρχοντική και λαϊκή. Όσο όμως και αν κρύβει σπέρματα αλήθειας μια τέτοια θέση, ουδείς μπόρεσε να παραγνωρίσει ότι ο Παπαδιαμάντης υπήρξε πολύ ευθύβολος στις κοινωνικές του θέσεις δεν δίστασε να μαστιγώσει μέσα από τα μυροβόλα κείμενά του την πλουτοκρατία που τη θεωρούσε πηγή του ανθρώπινου πόνου και κάθε μορφής δυστυχίας. Γράφει έτσι ο Σκιαθίτης «Η πλουτοκρατία ήτο είναι και θα είναι ο μόνιμος άρχων του κόσμου, ο διαρκής αντίχριστος. Αυτή γεννά την αδικίαν, αυτή τρέφει την κακουργίαν, αυτή φθείρει  σώματα και ψυχάς. Αυτή παράγει την κοινωνικήν σηπεδόνα. Αυτή καταστρέφει κοινωνίας νεοπαγείς». Ο Παπαδιαμάντης μέσα στον ασκητισμό και τη φτώχεια άρδευε τις τεράστιες πνευματικές δυνάμεις για να φτιάξει τα αριστουργήματά του. Ενώ ηθικά γίνονταν ευτυχής απλά και μόνο γιατί ζούσε μέσα στη φτώχεια και με την ολιγάρκεια που επέβαλε ο χριστιανισμός. Ήταν τόσο έντιμος σαν άνθρωπος που όταν του πρόσφεραν αμοιβή μεγαλύτερη από ότι ο ίδιος αποτιμούσε την εργασία του, δεν την αποδέχονταν και την επέστρεφε.

Οι ήρωές του ήταν οι ταπεινοί και καταφρονεμένοι της ζωής «πάσα πτωχή οικογένεια, πάσα μήτηρ χήρα, ταλαιπωρημένη ξενουδουλεύουσα,  …. συλλέγουσα φύλλα, παράγουσαν ολίγην μετάξαν, ή τρέφουσα δυο ή τρείς αίγας ή αμνάδας … φορολογουμένη ασπλάχνως, τρώγουσα κρίθινον άρτον, ποτισμένον με ίδρωτα αλμυρόν». Η ανθρώπινη ευαισθησία του, παρατηρώντας τη δυστυχία που υπήρχε γύρω του, τον είχε εξωθήσει στο να αποκηρύξει ακόμα και την αρχοντική καταγωγή της μητέρας του, που ήταν το γένος Μωραίτη. Ο Παπαδιαμάντης επιχείρησε μια σύνθεση Ορθοδοξίας και Χριστιανισμού ή Χριστιανισμού και καταπιεσμένων. Είχε βαθιά μέσα του το όραμα μιας Ελλάδας αυθεντικής, υπαίθριας και θεοσεβούμενης. Και υπήρξε ένας βαθύτατα προοδευτικός άνθρωπος έστω και αν στα κείμενά του υπήρχε αρκετές φορές ένα άρωμα συντήρησης, άλλωστε δεν δίστασε ο ασκητής των γραμμάτων μας συχνά να χτυπήσει ευθύβολα την πλουτοκρατία και το δεσποτισμό της θεοκρατικής εξουσίας. Αρκετές φορές η χλιδή και ο προκλητικός πλούτος των δεσποτάδων της εποχής του, δέχτηκαν τα βέλη του. Στο βιβλίο του «Πτερόεντα  Δώρα» γράφει καυστικά ο Παπαδιαμάντης «Υπέφωσκεν ήδη πρωία της Πρωτοχρονιάς και ο Άγγελος για να παρηγορηθεί εισήλθεν εις την εκκλησίαν. Αμέσως πλησίον εις τας θύρας είδεν ανθρώπους να μετρούν νομίσματα, μόνο πως δεν είχον παιγνιόχαρτα εις χείρας και εις το βάθος αντίκρισεν ένα άνθρωπο χρυσοστόλιστον και μιτροφορούντα ως μήδον σατράπην της εποχής του Δαρείου, ποιούντα διάφορους ακκισμούς και επιτηδευμένας κινήσεις. Δεξιά και αριστερά άλλοι έψαλαν με πεπλασμένας φωνάς τον Δεσπότην και αρχιερέα. Ο Άγγελος δεν εύρε παρηγορίαν. Επήρε τα πτερόεντα δώρα του, το άστρον το προορισμένον να λάμπει εις τας συνειδήσεις, την αύραν των, ικανήν να δροσίσει τας ψυχάς και την ζωήν την πλασμένην δια να πάλλη εις τας καρδίας, ετάνυσεν τας πτέρυγας και επανήλθεν εις τας ουράνιας αψίδας». Ενώ με ενάργεια και ευστοχία υποδειγματική στηλίτευσε και τον αποπροσανατολισμό της εκκλησίας στη χλιδή και τον πλούτο της κοσμικής ζωής. Θεωρούσε έτσι την εκκλησία «παραγνωρίσασα όλως τον αληθή αυτής προορισμόν και θεωρήσασα εαυτήν μέχρι τούδε εργαστήριο δεσποτάδων και παπάδων, ους στρατολογεί συνήθως εκ της κοινωνικής υποστάθμης, άνευ ελέγχου παιδείας και ηθικής και εξαποστέλλει αυτούς ουχί ως ποιμένας, αλλά ως λύκους βαρείς μη φειδόμενους ποιμνίου του Κυρίου». Ο πνευματικός ερημίτης της Σκιάθου αγαπούσε βαθιά τη φτώχεια και πίστευε πως ο πλούτος είναι αμαρτία ασυγχώρητη. Η φτώχεια κατά τον Παπαδιαμάντη ήταν καρπός πνευματικής ωριμότητας. Όπως ο Ιησούς κήρυττε πως ευκολότερα μπορούσε να περάσει παλαμάρι από τρύπα βελόνας, παρά πλούσιος να τρυπώσει στη βασιλεία των ουρανών. Έτσι και ο πλούτος στα μάτια του Σκιαθίτη αναθρεμμένου πνευματικά με το μάνα της γραφής παίρνει ολότελα δαιμονική μορφή. Γίνεται όργανο του σατανά που γραπώνει τον άνθρωπο στα δίχτυα του και τον σύρει στην αμαρτία. Αυτή την πεποίθησή του για την ευλογημένη φτώχεια αναφέρει στον πατέρα του γράφοντάς του «Ας μείνωμεν εις την έντιμον πενίαν μας, δια να μας βοηθή ο θεός». Έχει εδραιωθεί μέσα του πως η πείνα είναι η περιοχή που αρέσει στο θεό και που ο θεός ευλογεί και βοηθά. Τούτη η πείνα όμως που στον Παπαδιαμάντη αγγίζει τα όρια του μοναχικού όρκου για ακτημοσύνη δεν περιχαρακώνεται μόνο στον υλικό τομέα. Παρατηρούσε πως υπήρχαν ποικιλόμορφες πλουτοκρατίες. Κάποιοι θησαυρίζουν με χρυσάφι, κάποιοι άλλοι με στείρα μάθηση για να παριστάνουν τους σοφούς, ορισμένοι εισέπρατταν τιμές και δόξες και διακρίσεις, ενώ άλλοι είχαν την αφροσύνη της εξουσίας. Ο μεγάλος μας κριτικός Π. Σπανδωνίδης σχολιάζοντας την εμμονή του Παπαδιαμάντη στους φτωχούς και δυστυχισμένους της ζωής γράφει «Ο Παπαδιαμάντης δε ζητάει να επιβάλλει τη συμπάθεια μας προς τους ταπεινούς και καταφρονεμένους που περιγράφει σαν μια πολιτική σκέψη, αλλά από μια απλή και πηγαία συμπάθεια προς τον άνθρωπο, σαν μια ονειροπόληση της δύστυχης και ταπεινής ζωής κρυσταλλωμένης σε ηθικά ανώτερες μορφές και περιστατικά». Κοντά λοιπόν στους φτωχούς και ξεχασμένους της ζωής, ο Σκιαθίτης ευρίσκει τη λύτρωση και την ηθική ευφορία της ψυχής. Και ήταν για αυτόν η συγκεκριμένη συναναστροφή στάση ζωής. Ακόμα και όταν οργανώθηκε στον «Παρνασσό» προπύργιο τότε και σήμερα της πνευματικής μας εκπόρευσης από την πρόεδρο του πριγκίπισσα Μαρία Βοναπάρτη εκδήλωση προς τιμή του, ο Παπαδιαμάντης αρνήθηκε τα χειροκροτήματα και το λιβανωτό των μεγάλων, δεν προσήλθε στην αίθουσα και προτίμησε την συναναστροφή στο σπίτι ενός φτωχού μανάβη του Νικόλα Μπούκη που έψελνε συχνά στο σπίτι του.

Όπως σημείωσε ο Κωστής Μπαστιάς η στάση αυτή του Παπαδιαμάντη εκδηλώθηκε γιατί ήταν απλός στρατιώτης της στρατιάς των ιδανικών φτωχών, βρίσκονταν πάντα κοντά τους και μ΄αυτούς έψελνε, μ΄ αυτούς λετουργιόταν,  μ΄ αυτούς μοίραζε τον επιούσιο, κοντά τους γαλήνευε και κοντά τους χαίρονταν την απλή χαρά των ανθρώπων του θεού. Για τον Παπαδιαμάντη περιοχή της ντροπής ήταν ο πλούτος και περιβόλι του Χριστού και της Παναγίας τα καλυβόσπιτα των φτωχών. Ο Παπαδιαμάντης μετά από μια περιπέτεια στο Άγιο Όρος κατέφυγε στην Αθήνα, όπου βιοπορούσε  γράφοντας και κάνοντας μεταφράσεις σε εφημερίδες της εποχής. Την Αθήνα την έβλεπε σαν «τη μικρή Βαβυλώνα» τον «τόπο καταδίωξης που σύρει το σταυρό του». Είναι η πρωτεύουσα με τους ψευδομορφωμένους και τους «προοδευμένους παπαγάλους των Φράγκων»  που του προξενεί αηδία. Έτσι η βάναυση και πνιγηρή ατμόσφαιρα της Αθήνας, μιας πόλης δίχως χαρακτήρα στην οποία υποχρεώνεται να δουλεύει σκληρά για να βγάλει το ψωμί του, του φουντώνει μέσα του τη νοσταλγία για την γλυκιά ιδιαίτερη πατρίδα του τη Σκιάθο. Στη Σκιάθο που αναβιβάζεται σε σύμβολο αγνής και αμόλευτής ζωής ο Παπαδιαμάντης θα διαχύσει το εσωτερικό του όνειρο, θα ντύσει με τα χρώματα της παλιάς βυζαντινής αγιογραφίας και θα τυλίξει με τα μυρωμένα σύννεφα του λιβανιού, τα βυζαντινά στοιχεία του ελληνισμού, τον παπά του χωριού, την ευλαβική γριούλα, τον καλόκαρδο ναυτικό, τη σεμνή κόρη, το φτωχό ξωμάχο, που ζούν κάτω από τη σκέπη του κυρίου. Και όπως σημείωσε ο ακαδημαϊκός μας Σπύρος Μελάς «Το όραμα μιας ζωής που συνεχίζει την αγαπημένη του βυζαντινή παράδοση, στις κατανυκτικές λειτουργίες και τα πανηγύρια στα γραφικά εξωκλήσια». Ο Παπαδιαμάντης για να μην παρερμηνευτεί το γεγονός της λιτοδίαιτης ζωής και η ευλαβική προσήλωσή του στην Ορθοδοξία, δεν είχε απολέσει ποτέ την επαφή του με την αισθησιακή πραγματικότητα. Τούτο ανάγλυφα αποτυπώνεται στο διήγημά του «Όνειρο στο κύμα». Παρουσιάζει έτσι για μια φορά μονάχα τον ήρωά του να νοιώθει κάποιο ανατριχίασμα με το άγγισμα του κορμιού της όμορφης παρθένας  που τη σώζει από το πνίξιμο, ενώ κολυμπούσε. Ευγένεια ήθους, ευλύγιστη και ρωμαλέα γλώσσα με λόγιους και αρχαϊκούς τύπους και πλούτος συναισθημάτων που ξεχύνεται σαν πίδακας από μια καθάρια και αμόλυντη πηγή, είναι τα στοιχεία που συνθέτουν το πολύμορφο και πλατύ συγγραφικό έργο αυτού του χριστιανού αναχωρητή της ελληνικής λογοτεχνίας. Και για αυτό η προτομή του Σκιαθίτη στον περικαλλή πρόναο των ελληνικών γραμμάτων, κατέχει περίοπτη θέση. Το παρόν κείμενό μου δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα της Ηλείας «ΑΥΓΗ» και σε άλλα περιοδικά κριτικής και λογοτεχνίας.

*Ο συγγραφέας Πάνος Ν. Αβραμόπουλος είναι M.Sc. Δ/χος Μηχανικός Ε.Μ.Π.
Πηγή: www.panosavramopoulos.blogspot.gr

Share this

Related Posts

Previous
Next Post »